Ο ταξιτζής και ο γείτονας-Ο ένας με «πnpε» και ο άλλος την«Eπαizε» μαζί μας

1764

Ήταν Σάββατο. Όπως συνήθως τα σαββατιάτικα βράδια είχαμε βγει με δυο φίλες μου για βόλτα, η οποία είχε αρχίσει από έναν περίπατο είχε συνεχιστεί στον κινηματογράφο για να παρακολουθήσουμε μια ταινία και κατέληξε σε ένα μπαράκι που βρισκόταν κοντά στο σπίτι της πρώτης μου φίλης, της Γεωργίας.

Αρχικά, παραγγείλαμε από ένα ποτό αλλά ύστερα ακολούθησαν δυο γύροι σφηνάκια και είχαμε αρχίσει να ζαλιζόμαστε, οπότε πρότεινα στην παρέα να φύγουμε προτού παρασυρθούμε τελείως.

Έτσι έγινε. Η Γεωργία είπε πως θα περπατούσε μέχρι το σπίτι της μιας και από τις τρεις μας έμενε πιο κοντά. Η Βίβιαν η δεύτερη φίλη μου και εγώ μέναμε σχετικά κοντά μεταξύ μας αλλά πιο μακριά από την συγκεκριμένη περιοχή και έτσι αποφασίσαμε να πάρουμε ταξί μιας και λόγω της περασμένης ώρας δεν κυκλοφορούσαν λεωφορεία.

Μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες να σταματήσουμε κάποιο ταξί, τα καταφέραμε και αφού μπήκαμε μέσα αρχίσαμε να κατευθυνόμαστε προς το σπίτι της Βίβιαν και αφού θα την αφήναμε εκεί ύστερα θα γυρνούσα και εγώ στο δικό μου σπίτι.

Σας Ενδιαφέρει;  H Aλnθivn Eξoμoλόγnσn της Μαριαλένας: «Ο πιτσιρικάς με ξεσκ…πάνω στο έδρανο της σχολής και οι συμφοιτητές μας νόμιζαν ότι κάνουμε …σεμινάριο»

Ο ταξιτζής ήταν γύρω στα 45-50 και κάθε λίγο έριχνε κλεφτές ματιές πάνω μου. Δεν ήταν να απορεί κανείς βέβαια, γιατί λόγω της εξόδου μας με τις φίλες μου είχαμε φορέσει ότι πιο άνετο και ανάλαφρο μπορούσαμε.

Συγκεκριμένα εγώ φορούσα ένα μαύρο και κόκκινο κοντό φόρεμα το οποίο μετά βίας κάλυπτε λίγο πιο κάτω από τον κώλο. Και όπως συνήθιζα δεν φορούσα σουτιέν και οι ρώγες μου διαγράφονταν μέσα από το ύφασμα του φορέματος μου.

Η αλήθεια είναι πως παρακαλούσα να φτάσουμε όσο γινόταν πιο γρήγορα γιατί στις στροφές ζαλιζόμουν αρκετά. Ευτυχώς λόγω της περασμένης ώρας δεν είχε και καθόλου κίνηση στους δρόμους οπότε προτού το καταλάβουμε είχαμε φτάσει κιόλας στο σπίτι της Βίβιαν .

– Όπως είπαμε λοιπόν… μου είπε καθώς κατέβαινε από το ταξί.

Σας Ενδιαφέρει;  Aλnθivn Eξoμoλoγnσn- «Πήγα για εξετάσεις, αλλά n μouv@p@ γιατρόs τελικά μου έβαλε…»

– Θα μιλήσουμε αύριο στο τηλέφωνο. Καληνύχτα…

συμπλήρωσε και πήγε προς την είσοδο της πολυκατοικίας που έμενε. Εγώ γύρισα προς τον ταξιτζή που για μια ακόμα φορά κοίταξε τα γυμνά πόδια μου του είπα τη δική μου διεύθυνση και ξεκινήσαμε ξανά.

Καθώς πλησιάζαμε στο σπίτι μου θυμήθηκα αυτό που μου είπε η Βίβιαν πριν κατέβει. Πριν βρούμε ταξί μου είχε ζητήσει να το πληρώσω εγώ και για τις δυο μας και θα μου έδινε το μερίδιο της την επόμενη μέρα γιατί δεν της είχαν μείνει πολλά λεφτά και συμφώνησα αφού ήξερα ότι είχα αρκετά χρήματα να πληρώσω.

Άρχισα λοιπόν, μέσα στη ζάλη μου να ψάχνω το μικρό τσαντάκι που είχα πάρει μαζί μου. Έψαξα ξανά και ξανά στα λιγοστά πράγματα που είχα μέσα αλλά ήταν προφανές ότι το πορτοφόλι μου δεν ήταν εκεί. Εν τω μεταξύ , είχαμε φτάσει κοντά στο σπίτι μου και ο ταξιτζής είχε σταματήσει και με παρακολουθούσε να ψάχνω το τσαντάκι μου.

Σας Ενδιαφέρει;  «Η πεθερά είναι μouv@p@ και τnv πnpα απo πiσω και χωpis…ξέρετε τι!»

– Νομίζω ότι έχασα το πορτοφόλι μου…

του είπα αγχωμένη καθώς συνέχιζα να ψάχνω χωρίς λόγο.

– Πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε τότε… είπε ξεφυσώντας ο ταξιτζής. Δεν μπορώ να σε αφήσω να φύγεις έτσι.

Κοίταξα την αξία της κούρσας στον μετρητή. Έγραφε 22 ευρώ. Σκέφτηκα να πάω σπίτι και να ζητήσω από τους γονείς μου ή τον αδερφό μου αλλά ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι θα έτρωγα γερή κατσάδα, όχι μόνο επειδή είχα χάσει το πορτοφόλι μου αλλά και γιατί ήμουν σχεδόν μεθυσμένη. Ο ταξιτζής αναστέναξε και γυρνώντας προς το μέρος του τον έπιασα ξανά να χαζεύει τα μπούτια μου.

– Υπάρχει και άλλος τρόπος να σας ξεπληρώσω την κούρσα…..διαβάστε την συνέχεια εδώ

Διαβάστε την συνέχεια εδώ